
ένα απόγευμα Σαββάτου
με συννεφιασμένο ουρανό,
με φίλους από δω κι από 'κει,
με μια αγάπη θάλασσα.
Θα αποτολμήσω μια περιγραφή,
να δω που θα με βγάλει,
στιγμή ζωής απόκοσμης.
Το πέρασμα να βλέπεις ,
να ξέρεις ότι εκείνο θα σε σώσει,
θα λάμψει στης ζωής το σκοτάδι.
Πάλι βαρέθηκα και δεν πρόκειται να σκεφτώ.
Πάλι βαρέθηκα και δεν πρόκειται να σκεφτώ.
Θα γράφω μέχρι να αηδιάσω τον εαυτό μου.
Πατώντας τα πλήκτρα προσπαθώ να βρω τον εαυτό μου,
Όμως ξέρω που τον άφησα.
Αυτό μπορώ και αυτό ας είναι ό,τι θα αφήσω για να με θυμάμαι.
Πατώντας τα πλήκτρα προσπαθώ να βρω τον εαυτό μου,
Όμως ξέρω που τον άφησα.
Αυτό μπορώ και αυτό ας είναι ό,τι θα αφήσω για να με θυμάμαι.
4 σχόλια:
Μπράβο! πολύ καλό συνέχισε να γράφεις για να συνεχίζουμε να σε διαβάζουμε.
Καλώς ορίσατε στην Πλάνη.
ανάμεσα στις στροφές δεν υποβόσκει εκείνο το δίκοπο του ξυραφιού;(θεία στιγμή ή το μεγάλο σταχτοδοχείο, Dali)... που καραδοκεί;... σαν σχοινοβασία μοιάζει σε κόκκινη κλωστή πεπρωμένου...
Απλώς υποβόσκει η μάλλον υπό το φως υποφώσκει όχι το δίκοπο του ξυραφιού αλλά ο απόκοπος καπνιστής που ψάχνει το σταχτοδοχείο :)
Δημοσίευση σχολίου